el cariño
ca
ka
ka
ri
ˈɾi
ri
ño
ɲo
nio
guiñoniño

Ορισμός και σημασία του "cariño"στα ισπανικά

01

αγάπη, τριφτάδα

sentimiento de amor o afecto hacia alguien o algo 
el cariño definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cariños
Παραδείγματα
Le tengo mucho cariño a mi abuela. 

Έχω πολύ αγάπη για τη γιαγιά μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store