Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La carnada
[gender: feminine]
01
δέλεαρ, δέλεαρ ψαρέματος
alimento que se pone en el anzuelo para atraer peces
Παραδείγματα
Cambió la carnada después de una hora.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δέλεαρ, δέλεαρ ψαρέματος