Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cabecear
01
νυστάζω, κοιμάμαι καθισμένος
tener sueño y comenzar a dormirse sentado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cabeceo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cabecea
ενεστώτα μετοχή
cabeceando
απλός αόριστος
cabeceó
παθητική μετοχή
cabeceado
Παραδείγματα
Casi me caigo de la silla al cabecear.
Παραλίγο να πέσω από την καρέκλα όταν αποκοιμήθηκα.
02
κουνάω το κεφάλι, νεύω
mover la cabeza para indicar sí o no
Παραδείγματα
Cabecea cuando escucha música.
Κουνάει το κεφάλι όταν ακούει μουσική.
03
χτυπώ με το κεφάλι, κεφάλι
golpear el balón con la cabeza
Παραδείγματα
El balón era muy alto, tuvo que cabecear.
Η μπάλα ήταν πολύ ψηλά, έπρεπε να χτυπήσει με το κεφάλι.



























