cabecear
cabecear

Ορισμός και σημασία του "cabecear"στα ισπανικά

cabecear
01

νυστάζω, κοιμάμαι καθισμένος

tener sueño y comenzar a dormirse sentado 
cabecear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cabeceo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cabecea
ενεστώτα μετοχή
cabeceando
απλός αόριστος
cabeceó
παθητική μετοχή
cabeceado
Παραδείγματα
El niño empezó a cabecear en el coche. 

Το παιδί άρχισε να κοιμάται στο αυτοκίνητο.

02

κουνάω το κεφάλι, νεύω

mover la cabeza para indicar o no 
cabecear definition and meaning
Παραδείγματα
Solo cabeceó para responder que . 

Απλώς κούνησε το κεφάλι για να απαντήσει ναι.

03

χτυπώ με το κεφάλι, κεφάλι

golpear el balón con la cabeza 
Παραδείγματα
El defensa cabeceó el balón fuera del área. 

Ο αμυντικός cabecea την μπάλα έξω από την περιοχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store