Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avergonzar
01
ντροπιάζω
causar a alguien una sensación de vergüenza o bochorno, especialmente en público
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
avergüenzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
avergüenza
ενεστώτα μετοχή
avergonzando
απλός αόριστος
avergonzó
παθητική μετοχή
avergonzado
Παραδείγματα
Está avergonzando a su novia con sus payasadas en la fiesta.
Ντροπιάζει τη φίλη του με τις αταξίες του στο πάρτι.
02
ατιμάζω, ντροπιάζω
causar deshonra o manchar la reputación de alguien
Παραδείγματα
El soldado que desertó avergonzó a su regimiento.
Ο στρατιώτης που λιποτάκτησε ντροπίασε το σύνταγμά του.
03
ντρέπομαι, αισθάνομαι ντροπή
sentir vergüenza o bochorno por algo propio o ajeno
Παραδείγματα
Se avergonzó cuando todos se rieron de su error.
Ντράπηκε όταν όλοι γέλασαν με το λάθος του.



























