Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avergonzar
01
ντροπιάζω
causar a alguien una sensación de vergüenza o bochorno, especialmente en público
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
avergüenzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
avergüenza
ενεστώτα μετοχή
avergonzando
απλός αόριστος
avergonzó
παθητική μετοχή
avergonzado
Παραδείγματα
Su comentario inoportuno avergonzó a toda la familia en la cena.
Το άκαιρο σχόλιό του ντρόπιασε όλη την οικογένεια στο δείπνο.
02
ατιμάζω, ντροπιάζω
causar deshonra o manchar la reputación de alguien
Παραδείγματα
¿ Cómo puedes avergonzar así a tu familia?
Πώς μπορείς να ντροπιάσεις έτσι την οικογένειά σου;
03
ντρέπομαι, αισθάνομαι ντροπή
sentir vergüenza o bochorno por algo propio o ajeno
Παραδείγματα
Un verdadero amigo no se avergüenza de ti en tus momentos difíciles.
Ένας αληθινός φίλος δεν ντρέπεται για σένα στις δύσκολες σου στιγμές.



























