Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La avería
01
βλάβη, δυσλειτουργία
daño o fallo que impide el funcionamiento correcto de una máquina o sistema
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
averías
Παραδείγματα
La avería del coche ocurrió en la carretera.
Η βλάβη του αυτοκινήτου συνέβη στο δρόμο.



























