asombrar
asombrar

Ορισμός και σημασία του "asombrar"στα ισπανικά

asombrar
01

καταπλήσσω, εκπλήσσω

sorprender o causar admiración a alguien 
asombrar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
asombro
γ΄ ενικό πρόσωπο
asombra
ενεστώτα μετοχή
asombrando
απλός αόριστος
asombró
παθητική μετοχή
asombrado
Παραδείγματα
El truco de magia asombró a todos. 

Το μαγικό κόλπο κατάπληξε όλους.

02

καταπλήσσω, εκπλήσσω

sentir sorpresa o admiración por algo inesperado 
asombrar definition and meaning
Παραδείγματα
Me asombré al ver la ciudad desde lo alto. 

Εξεπλάγην βλέποντας την πόλη από ψηλά.

03

σκοτεινιάζω, σκοταδίζω

hacer que algo parezca más oscuro o sombrío 
Παραδείγματα
La nube asombró el cielo al atardecer. 

Το σύννεφο σκότισε τον ουρανό κατά τη δύση του ηλίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store