Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asombrar
01
καταπλήσσω, εκπλήσσω
sorprender o causar admiración a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
asombro
γ΄ ενικό πρόσωπο
asombra
ενεστώτα μετοχή
asombrando
απλός αόριστος
asombró
παθητική μετοχή
asombrado
Παραδείγματα
Su habilidad para resolver problemas asombra a todos.
Η ικανότητά του να λύνει προβλήματα εκπλήσσει όλους.
02
καταπλήσσω, εκπλήσσω
sentir sorpresa o admiración por algo inesperado
Παραδείγματα
Me asombré por la belleza del paisaje.
Θαύμασα την ομορφιά του τοπίου.
03
σκοτεινιάζω, σκοταδίζω
hacer que algo parezca más oscuro o sombrío
Παραδείγματα
La tristeza asombró la habitación.
Η θλίψη σκότισε το δωμάτιο.



























