asistir
a
a
a
sis
sis
sis
tir
ˈtiɾ
tir
incluirinfluirresumircumplir

Ορισμός και σημασία του "asistir"στα ισπανικά

asistir
01

παραβρίσκομαι, συμμετέχω

estar presente en un lugar o evento 
asistir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
asisto
γ΄ ενικό πρόσωπο
asiste
ενεστώτα μετοχή
asistiendo
απλός αόριστος
asistí
παθητική μετοχή
asistido
Παραδείγματα
Voy a asistir a la reunión mañana. 

Θα παραστώ στη συνάντηση αύριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store