Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asistir
01
παραβρίσκομαι, συμμετέχω
estar presente en un lugar o evento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
asisto
γ΄ ενικό πρόσωπο
asiste
ενεστώτα μετοχή
asistiendo
απλός αόριστος
asistí
παθητική μετοχή
asistido
Παραδείγματα
Voy a asistir a la reunión mañana.
Θα παραστώ στη συνάντηση αύριο.



























