asombrado

Ορισμός και σημασία του "asombrado"στα ισπανικά

01

καταπληγμένος

que siente sorpresa o admiración por algo inesperado o extraordinario
asombrado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más asombrado
συγκριτικός βαθμός
más asombrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
asombrado
αρσενικό πληθυντικό
asombrados
θηλυκό ενικό
asombrada
θηλυκό πληθυντικό
asombradas
Παραδείγματα
Estoy asombrado de lo mucho que has aprendido.
Είμαι έκπληκτος από το πόσα έχεις μάθει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store