Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asistir
[past form: asistí][present form: asisto]
01
παραβρίσκομαι, συμμετέχω
estar presente en un lugar o evento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
asisto
γ΄ ενικό πρόσωπο
asiste
ενεστώτα μετοχή
asistiendo
απλός αόριστος
asistí
παθητική μετοχή
asistido
Παραδείγματα
No pude asistir al evento por trabajo.
Δεν μπόρεσα να παραβρεθώ στην εκδήλωση λόγω της δουλειάς.



























