asistir
Pronunciation
/ˌasistˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "asistir"στα ισπανικά

asistir
[past form: asistí][present form: asisto]
01

παραβρίσκομαι, συμμετέχω

estar presente en un lugar o evento
asistir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
asisto
γ΄ ενικό πρόσωπο
asiste
ενεστώτα μετοχή
asistiendo
απλός αόριστος
asistí
παθητική μετοχή
asistido
Παραδείγματα
No pude asistir al evento por trabajo.
Δεν μπόρεσα να παραβρεθώ στην εκδήλωση λόγω της δουλειάς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store