Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aspirante
01
παρακινημένος, φιλόδοξος
que muestra motivación y deseo de lograr metas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más aspirante
συγκριτικός βαθμός
más aspirante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
aspirante
αρσενικό πληθυντικό
aspirantes
θηλυκό ενικό
aspirante
θηλυκό πληθυντικό
aspirantes
Παραδείγματα
Es un estudiante aspirante que siempre busca mejorar.
Είναι ένας φιλόδοξος φοιτητής που αναζητά πάντα βελτίωση.
Aspirante
01
υποψήφιος, αίτητής
persona que solicita un puesto, beca o posición
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aspirantes
Παραδείγματα
El aspirante presentó su solicitud para la beca.
Ο υποψήφιος υπέβαλε την αίτησή του για τη υποτροφία.
02
απορροφητήρας, συσκευή αναρρόφησης
dispositivo o sustancia que absorbe o succiona líquidos o gases
Παραδείγματα
El aspirante del laboratorio extrae líquidos con precisión.
Ο αναρροφητήρας του εργαστηρίου εξάγει υγρά με ακρίβεια.



























