Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asaltar
01
επιτίθεμαι, ληστεύω
atacar a alguien con violencia o armas para robarle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
asalto
γ΄ ενικό πρόσωπο
asalta
ενεστώτα μετοχή
asaltando
απλός αόριστος
asaltó
παθητική μετοχή
asaltado
Παραδείγματα
El banco fue asaltado por un grupo armado.
Η τράπεζα ληστεύτηκε από μια ένοπλη ομάδα.
02
επιτίθεμαι, ληστεύω
obligar a alguien a dar dinero u objetos mediante amenazas o violencia
Παραδείγματα
Fue asaltado en el parque por un grupo de jóvenes.
Έχει ληστευτεί στο πάρκο από μια ομάδα νέων.



























