Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El asalto
01
επίθεση, έφοδος
un ataque militar concentrado y violento para capturar una posición
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
asaltos
Παραδείγματα
El asalto final a la colina comenzó al amanecer.
Η τελική επίθεση στο λόφο ξεκίνησε την αυγή.
02
επίθεση, ληστεία
un ataque a una persona en un lugar público para robarle
Παραδείγματα
El asalto ocurrió en una calle oscura cerca del metro.
Η επίθεση συνέβη σε ένα σκοτεινό δρόμο κοντά στο μετρό.



























