Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asaltar
01
επιτίθεμαι, ληστεύω
atacar a alguien con violencia o armas para robarle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
asalto
γ΄ ενικό πρόσωπο
asalta
ενεστώτα μετοχή
asaltando
απλός αόριστος
asaltó
παθητική μετοχή
asaltado
Παραδείγματα
El autobús fue asaltado por dos delincuentes armados.
Το λεωφορείο επιτέθηκε από δύο ένοπλους εγκληματίες.
02
επιτίθεμαι, ληστεύω
obligar a alguien a dar dinero u objetos mediante amenazas o violencia
Παραδείγματα
Fue asaltada mientras caminaba hacia su casa.
Έχει ληστευτεί ενώ περπατούσε προς το σπίτι της.



























