Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arreglado
01
τακτοποιημένος, καλοντυμένος
que está limpio y ordenado
Παραδείγματα
Ella siempre está arreglada y elegante.
Είναι πάντα καλοντυμένη και κομψή.
02
κομψός, καλοντυμένος
que se viste con cuidado y buen gusto, mostrando elegancia o estilo
Παραδείγματα
Ella siempre está muy arreglada para salir.
Είναι πάντα πολύ καλοντυμένη όταν βγαίνει.
03
επισκευασμένος, διορθωμένος
que ha sido reparado o puesto en buen estado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más arreglado
συγκριτικός βαθμός
más arreglado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
arreglado
αρσενικό πληθυντικό
arreglados
θηλυκό ενικό
arreglada
θηλυκό πληθυντικό
arregladas
Παραδείγματα
El coche está arreglado después del accidente.
Το αυτοκίνητο είναι επισκευασμένο μετά το ατύχημα.



























