Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ardiente
01
καυτός, φλογερός
muy caliente al tacto o al gusto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ardiente
συγκριτικός βαθμός
más ardiente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ardiente
αρσενικό πληθυντικό
ardientes
θηλυκό ενικό
ardiente
θηλυκό πληθυντικό
ardientes
Παραδείγματα
El metal expuesto al sol está ardiente.
Το μέταλλο που εκτίθεται στον ήλιο είναι φλογερό.
02
παθιασμένος, έντονος
muy intenso o apasionado, fuerte en sentimientos o emociones
Παραδείγματα
Sentía un ardiente entusiasmo por el proyecto.
Ένιωθε ένα καυτό ενθουσιασμό για το έργο.
03
παθιασμένος, φλογερός
lleno de pasión o deseo intenso
Παραδείγματα
Era un debate ardiente sobre la literatura moderna.
Ήταν ένας φλογερός διάλογος για τη σύγχρονη λογοτεχνία.



























