Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arder
01
καίω, φλέγομαι
estar en llamas o quemarse por el fuego
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ardo
γ΄ ενικό πρόσωπο
arde
ενεστώτα μετοχή
ardiendo
απλός αόριστος
ardió
παθητική μετοχή
ardido
Παραδείγματα
La madera arde lentamente en la chimenea.
Το ξύλο καίγεται αργά στο τζάκι.
02
είναι πολύ ζεστό, καίω
estar muy caliente
Παραδείγματα
La sartén arde después de calentarla en la estufa.
Το τηγάνι καίγεται μετά τη θέρμανσή του στη σόμπα.
03
καίω, τσιμπώ
provocar sensación de picor, irritación o dolor leve en los ojos u otras mucosas
Παραδείγματα
Me arden los ojos por el humo.
Καίγονται τα μάτια μου από τον καπνό.
04
καίω, βράζω
sentir ira o enfado muy intenso
Παραδείγματα
Mi jefe ardía de rabia después de la reunión.
Το αφεντικό μου έκαιγε από θυμό μετά τη συνάντηση.



























