el arcén
a
a
a
rcén
ˈɾθen
rthen
quiénsaténbadénquien

Ορισμός και σημασία του "arcén"στα ισπανικά

01

άκρο του δρόμου, πλευρά του δρόμου

la parte lateral y endurecida de una carretera, fuera de los carriles de circulación 
el arcén definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arcenes
Παραδείγματα
El coche tuvo una avería y se detuvo en el arcén. 

Το αυτοκίνητο είχε βλάβη και σταμάτησε στον όχθο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store