Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Apuro
01
δυσκολία, αμηχανία
situación de problema, carencia o inconveniente
Παραδείγματα
Pasaron por muchos apuros económicos.
Πέρασαν από πολλές οικονομικές δυσκολίες.
02
αμηχανία, συμπάθεια
situación que provoca vergüenza o incomodidad
Παραδείγματα
Me dio un apuro saludarlo de manera incorrecta.
Ένιωσα αμηχανία που τον χαιρέτησα λανθασμένα.
03
δύσκολη θέση, απορία
situación complicada o urgente que requiere resolución rápida
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
apuros
Παραδείγματα
Me metí en un apuro por llegar tarde al examen.
Μπήκα σε μπλέξιμο επειδή άργησα να πάω στην εξέταση.



























