Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apuntar
[past form: me apunté][present form: me apunto]
01
εγγραφώ, καταχωρίζομαι
inscribirse o registrarse para participar en algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
apunto
γ΄ ενικό πρόσωπο
apunta
ενεστώτα μετοχή
apuntando
απλός αόριστος
me apunté
παθητική μετοχή
apuntado
Παραδείγματα
Me gustaría apuntarme al taller de cocina.
Θα ήθελα να εγγραφώ στο εργαστήρι μαγειρικής.
02
στοχεύω
dirigir o alinear hacia un objetivo
Παραδείγματα
El rifle apunta al norte.
Το τουφέκι στοχεύει προς το βορρά.



























