Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aliteración
[gender: feminine]
01
αλλιτεράσιον
recurso literario que consiste en repetir sonidos o letras al inicio de varias palabras cercanas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aliteraciones
Παραδείγματα
La canción usa aliteración para que la letra sea más pegajosa.
Το τραγούδι χρησιμοποιεί αλλιτεράσι για να κάνει τους στίχους πιο ελκυστικούς.



























