Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afinar
01
ακονίζω
hacer más fino o preciso el filo de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
afino
γ΄ ενικό πρόσωπο
afina
ενεστώτα μετοχή
afinando
απλός αόριστος
afinó
παθητική μετοχή
afinado
Παραδείγματα
Necesito afinar este cuchillo antes de cocinar.
Πρέπει να ακονίσω αυτό το μαχαίρι πριν μαγειρέψω.
02
βελτιστοποιώ
mejorar o perfeccionar algo ajustando sus detalles
Παραδείγματα
Hay que afinar la estrategia antes de la presentación.
Πρέπει να εκλεπτύνουμε τη στρατηγική πριν από την παρουσίαση.
03
κουρδίζω
ajustar un instrumento musical para que produzca el sonido correcto
Παραδείγματα
Antes del concierto, el pianista afinó el instrumento.
Πριν από τη συναυλία, ο πιανίστας κούρδισε το όργανο.



























