Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afiliar
01
εντάσσω, εγγράφω
inscribir o incorporar a alguien a una organización, asociación o sistema
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
afilio
γ΄ ενικό πρόσωπο
afilia
ενεστώτα μετοχή
afiliando
απλός αόριστος
afilió
παθητική μετοχή
afiliado
Παραδείγματα
La empresa afilió a los nuevos empleados al plan de salud.
Η εταιρεία εγγράψει τους νέους υπαλλήλους στο πρόγραμμα υγείας.
02
εντάσσομαι, γίνομαι μέλος
inscribirse o incorporarse uno mismo a una organización o asociación
Παραδείγματα
Se afilió al sindicato el año pasado.
Εντάχθηκε στο σωματείο πέρυσι.



























