Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afiliar
01
εντάσσω, εγγράφω
inscribir o incorporar a alguien a una organización, asociación o sistema
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
afilio
γ΄ ενικό πρόσωπο
afilia
ενεστώτα μετοχή
afiliando
απλός αόριστος
afilió
παθητική μετοχή
afiliado
Παραδείγματα
El sistema afilia automáticamente a los participantes.
Το σύστημα εγγράφει αυτόματα τους συμμετέχοντες.
02
εντάσσομαι, γίνομαι μέλος
inscribirse o incorporarse uno mismo a una organización o asociación
Παραδείγματα
Se afilió a un club deportivo local.
Εντάχθηκε σε ένα τοπικό αθλητικό σωματείο.



























