Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afectar
01
επηρεάζω, επηρεάζω
producir una alteración o influencia en algo o alguien
Παραδείγματα
El estrés afecta la salud mental.
Το άγχος επηρεάζει την ψυχική υγεία.
02
λυπώ, επηρεάζω συναισθηματικά
causar tristeza o impacto emocional en alguien
Παραδείγματα
Le afectó la traición de su amigo.
Η προδοσία του φίλου του τον επηρέασε.
03
αφορά, επηρεάζει
tener relación o interés respecto a alguien o algo
Παραδείγματα
Todo lo que pasa en la comunidad nos afecta.
Όλα όσα συμβαίνουν στην κοινότητα μας αφορούν.



























