Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afectar
01
επηρεάζω, επηρεάζω
producir una alteración o influencia en algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
afecto
γ΄ ενικό πρόσωπο
afecta
ενεστώτα μετοχή
afectando
απλός αόριστος
afectó
παθητική μετοχή
afectado
Παραδείγματα
El cambio climático afecta al planeta.
Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει τον πλανήτη.
02
λυπώ, επηρεάζω συναισθηματικά
causar tristeza o impacto emocional en alguien
Παραδείγματα
La noticia de su muerte me afectó mucho.
Η είδηση του θανάτου του με επηρέασε πολύ.
03
αφορά, επηρεάζει
tener relación o interés respecto a alguien o algo
Παραδείγματα
Las nuevas leyes afectan a todos los ciudadanos.
Οι νέοι νόμοι αφορούν όλους τους πολίτες.



























