afección
afección
afekθjon
αφεκθγον
afectaciónaflicción

Ορισμός και σημασία του "afección"στα ισπανικά

01

πάθηση, ασθένεια

un problema de salud o una enfermedad, a menudo de carácter crónico o persistente 
afección definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
afecciones
Παραδείγματα
El paciente padece una afección cardíaca desde su juventud. 

Ο ασθενής πάσχει από καρδιακή πάθηση από την εφηβεία του.

02

στοργή

un sentimiento de cariño, aprecio o amor hacia alguien o algo 
Παραδείγματα
Le tengo mucha afección a mi profesor de literatura. 

Έχω μεγάλη αγάπη για τον καθηγητή μου στη λογοτεχνία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store