afectar
a
a
a
fec
fek
fek
tar
ˈtaɾ
tar
afeitar

Ορισμός και σημασία του "afectar"στα ισπανικά

afectar
01

επηρεάζω, επηρεάζω

producir una alteración o influencia en algo o alguien 
afectar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
afecto
γ΄ ενικό πρόσωπο
afecta
ενεστώτα μετοχή
afectando
απλός αόριστος
afectó
παθητική μετοχή
afectado
Παραδείγματα
El cambio climático afecta al planeta. 

Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει τον πλανήτη.

02

λυπώ, επηρεάζω συναισθηματικά

causar tristeza o impacto emocional en alguien 
afectar definition and meaning
Παραδείγματα
La noticia de su muerte me afectó mucho. 

Η είδηση του θανάτου του με επηρέασε πολύ.

03

αφορά, επηρεάζει

tener relación o interés respecto a alguien o algo 
afectar definition and meaning
Παραδείγματα
Las nuevas leyes afectan a todos los ciudadanos. 

Οι νέοι νόμοι αφορούν όλους τους πολίτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store