adosado

Ορισμός και σημασία του "adosado"στα ισπανικά

01

συνεχόμενη κατοικία, σπίτι σε σειρά

casa unida a otra o en una fila de viviendas similares
adosado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
adosados
Παραδείγματα
Alquiló un adosado cerca del centro.
Νοίκιασε μια συνεχόμενη κατοικία κοντά στο κέντρο.
01

προσαρτημένος, συνεχόμενος

que está unido o construido junto a otra cosa o edificio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más adosado
συγκριτικός βαθμός
más adosado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
adosado
αρσενικό πληθυντικό
adosados
θηλυκό ενικό
adosada
θηλυκό πληθυντικό
adosadas
Παραδείγματα
El edificio tiene un anexo adosado en la parte trasera.
Το κτίριο έχει ένα προσαρτημένο παράρτημα στο πίσω μέρος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store