Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
actualizar
01
ενημερώνω, ανανεώνω
poner algo al día o con la información más reciente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
actualizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
actualiza
ενεστώτα μετοχή
actualizando
απλός αόριστος
actualizó
παθητική μετοχή
actualizado
Παραδείγματα
Actualiza el software antes de usarlo.
Ενημερώστε το λογισμικό πριν το χρησιμοποιήσετε.
02
ενημερώνω τον εαυτό μου, παραμένω ενημερωμένος
ponerse al día o mantenerse con la información más reciente
Παραδείγματα
Me actualizo leyendo las noticias cada mañana.
Ενημερώνω τον εαυτό μου διαβάζοντας τα νέα κάθε πρωί.



























