actual
act
ˈakt
akt
ual
wal
val
portalhostalcerealglobal

Ορισμός και σημασία του "actual"στα ισπανικά

01

τρέχων

que pertenece al presente o es del tiempo presente 
actual definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
actual
αρσενικό πληθυντικό
actuales
θηλυκό ενικό
actual
θηλυκό πληθυντικό
actuales
θεματικό πεδίο
tiempo, contexto, situación
Παραδείγματα
La situación actual es complicada. 

Η τρέχουσα κατάσταση είναι περίπλοκη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

actual
actu
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store