Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
actuar
01
παίζω
representar un papel en una obra, película o espectáculo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
actúo
γ΄ ενικό πρόσωπο
actúa
ενεστώτα μετοχή
actuando
απλός αόριστος
actué
παθητική μετοχή
actuado
Παραδείγματα
Ella va a actuar en la nueva película de comedia.
Αυτή θα παίξει στη νέα κωμική ταινία.
02
συμπεριφέρομαι
comportarse de cierta manera en una situación
Παραδείγματα
Debes actuar con respeto hacia los demás.
Πρέπει να ενεργείς με σεβασμό προς τους άλλους.
03
ενεργώ
realizar una acción o intervenir en una situación para obtener un resultado
Παραδείγματα
Debemos actuar antes de que sea tarde.
Πρέπει να ενεργήσουμε πριν είναι πολύ αργά.



























