Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abandonado
01
εγκαταλελειμμένος
dejado completamente, sin habitantes ni cuidado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más abandonado
συγκριτικός βαθμός
más abandonado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abandonado
αρσενικό πληθυντικό
abandonados
θηλυκό ενικό
abandonada
θηλυκό πληθυντικό
abandonadas
Παραδείγματα
Exploraron la mina abandonada con linternas.
Εξερεύνησαν το εγκαταλελειμμένο ορυχείο με φακούς.
02
παραμελημένος, εγκαταλελειμμένος
descuidado, que no recibe la atención o el cuidado necesarios
Παραδείγματα
Sus obligaciones quedaron abandonadas durante sus vacaciones.
Οι υποχρεώσεις του παραμελήθηκαν κατά τη διάρκεια των διακοπών του.



























