Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interpretar
01
ερμηνεύω
explicar o dar significado a algo, como un texto, un sueño o un mensaje
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
interpreto
γ΄ ενικό πρόσωπο
interpreta
ενεστώτα μετοχή
interpretando
απλός αόριστος
interpreté
παθητική μετοχή
interpretado
Παραδείγματα
Los científicos interpretan los datos de sus experimentos.
Οι επιστήμονες ερμηνεύουν τα δεδομένα από τα πειράματά τους.
02
αποδίδω
representar o desempeñar un papel artístico, como un personaje en una obra
Παραδείγματα
La actriz fue elegida para interpretar a la reina en la obra de teatro histórica.
Η ηθοποιός επιλέχθηκε να παίξει τη βασίλισσα στο ιστορικό θεατρικό έργο.



























