Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interponer
01
τοποθετώ ανάμεσα
poner algo entre dos cosas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
interpongo
γ΄ ενικό πρόσωπο
interpone
ενεστώτα μετοχή
interponiendo
απλός αόριστος
interpuso
παθητική μετοχή
interpuesto
Παραδείγματα
Interpuso una barrera entre ambos grupos.
Τοποθέτησε ένα εμπόδιο ανάμεσα στις δύο ομάδες.
02
υποβάλλω, καταθέτω
presentar formalmente una demanda, recurso o denuncia
Παραδείγματα
Interpuso una demanda contra la empresa.
Υπέβαλε μήνυση κατά της εταιρείας.



























