Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interrogar
01
ανακρίνω, ερωτώ
hacer preguntas a alguien para obtener información, especialmente en un contexto policial o judicial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
interrogo
γ΄ ενικό πρόσωπο
interroga
ενεστώτα μετοχή
interrogando
απλός αόριστος
interrogué
παθητική μετοχή
interrogado
Παραδείγματα
El fiscal decidió interrogar al acusado para aclarar los hechos.
Ο εισαγγελέας αποφάσισε να ανακρίνει τον κατηγορούμενο για να διευκρινίσει τα γεγονότα.



























