el intervalo
in
in
in
ter
teɾ
ter
va
ˈβa
ba
lo
lo
lo
regaloralomalopalo

Ορισμός και σημασία του "intervalo"στα ισπανικά

01

διάστημα, χρονικό διάστημα

espacio de tiempo o distancia entre dos momentos, hechos o cosas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
intervalos
Παραδείγματα
Hubo un intervalo de diez minutos entre las clases. 

Υπήρχε ένα διάστημα δέκα λεπτών μεταξύ των μαθημάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store