el intervalo

Ορισμός και σημασία του "intervalo"στα ισπανικά

El intervalo
[gender: masculine]
01

διάστημα, χρονικό διάστημα

espacio de tiempo o distancia entre dos momentos, hechos o cosas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
intervalos
Παραδείγματα
El intervalo entre dos notas musicales define la armonía.
Το διάστημα μεταξύ δύο μουσικών νοτών ορίζει την αρμονία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store