Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interpretar
01
ερμηνεύω
explicar o dar significado a algo, como un texto, un sueño o un mensaje
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
interpreto
γ΄ ενικό πρόσωπο
interpreta
ενεστώτα μετοχή
interpretando
απλός αόριστος
interpreté
παθητική μετοχή
interpretado
Παραδείγματα
El profesor interpretó el poema para la clase.
Ο δάσκαλος ερμήνευσε το ποίημα για την τάξη.
02
αποδίδω
representar o desempeñar un papel artístico, como un personaje en una obra
Παραδείγματα
Es un honor interpretar a un personaje tan complejo y desafiante.
Είναι τιμή να ερμηνεύεις έναν τόσο πολύπλοκο και απαιτητικό χαρακτήρα.



























