Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La equitación
[gender: feminine]
01
ιππασία, ιππασία
el arte, la práctica o el deporte de montar a caballo
Παραδείγματα
La equitación no es solo un deporte, para muchos es una pasión.
Η ιππασία δεν είναι απλώς ένα άθλημα, για πολλούς είναι πάθος.



























