Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erguido
01
ایستاده, راست
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más erguido
συγκριτικός βαθμός
más erguido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
erguido
αρσενικό πληθυντικό
erguidos
θηλυκό ενικό
erguida
θηλυκό πληθυντικό
erguida



























