eraza
e
e
e
ra
ˈɾa
ra
za
θa
tha
plazamazarazataza

Ορισμός και σημασία του "eraza"στα ισπανικά

01

ανασηκώνω, σηκώνω

levantar los pelos de un animal o persona, generalmente por miedo, excitación o alerta 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
erizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
eriza
ενεστώτα μετοχή
erizando
απλός αόριστος
erizó
παθητική μετοχή
erizado
Παραδείγματα
El gato se erizó al escuchar un ruido extraño. 

Η γάτα αγρίεψε ακούγοντας έναν περίεργο θόρυβο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store