Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eraza
01
ανασηκώνω, σηκώνω
levantar los pelos de un animal o persona, generalmente por miedo, excitación o alerta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
erizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
eriza
ενεστώτα μετοχή
erizando
απλός αόριστος
erizó
παθητική μετοχή
erizado
Παραδείγματα
El gato se erizó durante la tormenta.
Η γάτα αγριέψει κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























