ermita
er
eɾ
ερ
mi
ˈmi
μι
ta
ta
τα
eremita

Ορισμός και σημασία του "ermita"στα ισπανικά

01

ερημιτάριο, παρεκκλήσι

capilla o santuario pequeño, normalmente en un lugar aislado 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ermitas
Παραδείγματα
La ermita está en lo alto de la colina. 

Το ερημιτάζ είναι στην κορυφή του λόφου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store