Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desabrochar
01
ξεκολλώ, ανοίγω
abrir un cierre, como una hebilla, un broche o un gancho
Παραδείγματα
Desabrocha el cinturón antes de salir del coche.
Ξεκούμπωσε τη ζώνη ασφαλείας πριν βγεις από το αυτοκίνητο.
02
ξεκολλάει, ανοίγει
una prenda o cierre que se abre por sí solo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desabrocho
γ΄ ενικό πρόσωπο
desabrocha
ενεστώτα μετοχή
desabrochando
απλός αόριστος
me desabroché
παθητική μετοχή
desabrochado
Παραδείγματα
Se le desabrochó el sostén mientras bailaba.
Το σουτιέν της ξεκούμπωσε ενώ χόρευε.



























