Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
visitar
01
επισκέπτομαι
ir a un lugar para verlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
visito
γ΄ ενικό πρόσωπο
visita
ενεστώτα μετοχή
visitando
απλός αόριστος
visité
παθητική μετοχή
visitado
Παραδείγματα
Mañana visitamos el museo.
02
επισκέπτομαι
ir a ver a alguien
Παραδείγματα
Voy a visitar a mis abuelos este fin de semana.
Πρόκειται να επισκεφθώ τους παππούδες μου αυτό το σαββατοκύριακο.



























