Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
visitar
01
επισκέπτομαι
ir a un lugar para verlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
visito
γ΄ ενικό πρόσωπο
visita
ενεστώτα μετοχή
visitando
απλός αόριστος
visité
παθητική μετοχή
visitado
Παραδείγματα
Visitamos el zoológico ayer.
02
επισκέπτομαι
ir a ver a alguien
Παραδείγματα
Vamos a visitar a la abuela en el hospital.
Πάμε να επισκεφτούμε τη γιαγιά στο νοσοκομείο.



























