Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La visión
[gender: feminine]
01
όραση, θέαμα
capacidad de ver o percibir con los ojos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Los anteojos ayudan a corregir la visión.
Τα γυαλιά βοηθούν στη διόρθωση της όρασης.
02
όραμα, προοπτική
forma personal de entender o imaginar una situación, idea o el futuro
Παραδείγματα
La empresa presentó su visión estratégica.
Η εταιρεία παρουσίασε τη στρατηγική της όραση.



























