editar
Pronunciation
/ˌeðitˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "editar"στα ισπανικά

editar
01

δημοσιεύω, εκδίδω

publicar o sacar a la luz un libro, artículo o documento
editar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
edito
γ΄ ενικό πρόσωπο
edita
ενεστώτα μετοχή
editando
απλός αόριστος
edité
παθητική μετοχή
editado
Παραδείγματα
La editorial planea editar traducciones al inglés.
Ο εκδότης σχεδιάζει να εκδώσει μεταφράσεις στα αγγλικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store