Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
editar
01
δημοσιεύω, εκδίδω
publicar o sacar a la luz un libro, artículo o documento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
edito
γ΄ ενικό πρόσωπο
edita
ενεστώτα μετοχή
editando
απλός αόριστος
edité
παθητική μετοχή
editado
Παραδείγματα
La editorial planea editar traducciones al inglés.
Ο εκδότης σχεδιάζει να εκδώσει μεταφράσεις στα αγγλικά.



























