editar
e
e
e
di
ði
dhi
tar
ˈtaɾ
tar
evitareditor

Ορισμός και σημασία του "editar"στα ισπανικά

editar
01

δημοσιεύω, εκδίδω

publicar o sacar a la luz un libro, artículo o documento 
editar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
edito
γ΄ ενικό πρόσωπο
edita
ενεστώτα μετοχή
editando
απλός αόριστος
edité
παθητική μετοχή
editado
Παραδείγματα
Él editó un artículo en la revista científica. 

Δημοσίευσε ένα άρθρο στο επιστημονικό περιοδικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store