Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El editor
01
συντάκτης
persona que revisa y prepara textos o publicaciones
Παραδείγματα
El editor revisó el manuscrito.
Ο συντάκτης επανεξέτασε το χειρόγραφο.
02
εκδότης
persona o empresa que se encarga de publicar libros, revistas u otros materiales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
editores
αρσενικό ενικό
editor
θηλυκό ενικό
editora
neutral form
editorial
Παραδείγματα
El editor aprobó la publicación del libro.
Ο εκδότης εγκρίθηκε τη δημοσίευση του βιβλίου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
editor
edit



























