edificar
Pronunciation
/ˌeðifikˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "edificar"στα ισπανικά

edificar
01

χτίζω, οικοδομώ

construir un edificio o una estructura
edificar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
edifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
edifica
ενεστώτα μετοχή
edificando
απλός αόριστος
edifiqué
παθητική μετοχή
edificado
Παραδείγματα
La empresa edificará un nuevo centro comercial.
Η εταιρεία θα χτίσει ένα νέο εμπορικό κέντρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store