Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
edificar
01
χτίζω, οικοδομώ
construir un edificio o una estructura
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
edifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
edifica
ενεστώτα μετοχή
edificando
απλός αόριστος
edifiqué
παθητική μετοχή
edificado
Παραδείγματα
La empresa edificará un nuevo centro comercial.
Η εταιρεία θα χτίσει ένα νέο εμπορικό κέντρο.



























