edificar
e
e
e
di
ði
dhi
fi
fi
fi
car
ˈkaɾ
kar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "edificar"στα ισπανικά

edificar
01

χτίζω, οικοδομώ

construir un edificio o una estructura 
edificar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
edifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
edifica
ενεστώτα μετοχή
edificando
απλός αόριστος
edifiqué
παθητική μετοχή
edificado
Παραδείγματα
Edificaron un rascacielos en el centro de la ciudad. 

Έκτισαν έναν ουρανοξύστη στο κέντρο της πόλης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store