Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
componer
01
συνθέτω, γράφω
crear o escribir una obra literaria, musical o artística
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
compongo
γ΄ ενικό πρόσωπο
compone
ενεστώτα μετοχή
componiendo
απλός αόριστος
compuse
παθητική μετοχή
compuesto
Παραδείγματα
El poeta compuso un hermoso poema.
Ο ποιητής συνέθεσε ένα όμορφο ποίημα.



























