Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
componer
01
συνθέτω, γράφω
crear o escribir una obra literaria, musical o artística
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
compongo
γ΄ ενικό πρόσωπο
compone
ενεστώτα μετοχή
componiendo
απλός αόριστος
compuse
παθητική μετοχή
compuesto
Παραδείγματα
Compondrán una obra juntos para el festival.
Θα συνθέσουν ένα έργο μαζί για το φεστιβάλ.



























